Μία σύγκριση των προσχεδίων των κρατικών προϋπολογισμών του 2026 και του 2027 αποκαλύπτει μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πλευρά της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης: την ώρα που η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, οι υψηλότερες τιμές ενισχύουν – διαρκώς – τις εισπράξεις του Δημοσίου από τους έμμεσους φόρους και κυρίως από τον ΦΠΑ.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Πριν από έναν χρόνο, όταν το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κατέθετε το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2026, υπολόγιζε ότι τα συνολικά φορολογικά έσοδα θα έφθαναν τα 73,527 δισ. ευρώ. Μόνο από τους φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών υπολόγιζε εισπράξεις 40,818 δισ. ευρώ, ενώ ειδικά από τον ΦΠΑ περίμενε 29,129 δισ. ευρώ.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ΦΠΑ. Η πρόβλεψη που χρησιμοποιείται πλέον ως στόχος του προϋπολογισμού ήταν 29,229 δισ. ευρώ, όμως η νέα εκτίμηση φθάνει τα 30,777 δισ. ευρώ. Δηλαδή το Δημόσιο αναμένεται να εισπράξει 1,548 δισ. ευρώ περισσότερα από όσα είχε προϋπολογίσει. Οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών συνολικά ανεβαίνουν από τον στόχο των 40,872 δισ. στα 42,252 δισ. ευρώ, μια υπέρβαση 1,38 δισ. ευρώ ή 3,4%.
Από πληθωρισμό 2,2% πήγαμε στο 3,8%
Εδώ βρίσκεται και το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο της σύγκρισης. Τον Οκτώβριο του 2025, το οικονομικό επιτελείο προέβλεπε ότι ο εγχώριος πληθωρισμός θα υποχωρούσε από 2,6% το 2025 στο 2,2% το 2026. Η πρόβλεψη αυτή ανατράπηκε στην πορεία του έτους.
Στο προσχέδιο του 2027, με διαθέσιμα πλέον στοιχεία έως τον Αύγουστο, ο πληθωρισμός του 2026 εκτιμάται στο 3,8%, δηλαδή 1,6 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από εκεί που τον περίμενε η κυβέρνηση έναν χρόνο νωρίτερα. Το ίδιο το υπουργείο περιγράφει ισχυρές αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και νέες ανοδικές πιέσεις στα τρόφιμα, σημειώνοντας ότι η ενεργειακή ανατίμηση ανέκοψε την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Αυτή η εξέλιξη έχει άμεση δημοσιονομική διάσταση. Ο ΦΠΑ είναι ποσοστιαίος φόρος πάνω στην αξία ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Όσο ακριβότερο γίνεται το ίδιο καλάθι αγορών, τόσο περισσότερος ΦΠΑ εισπράττεται, εφόσον η κατανάλωση δεν υποχωρεί αντίστοιχα. Έτσι, μέρος της επιβάρυνσης που αισθάνεται ο καταναλωτής στο ταμείο μετατρέπεται ταυτόχρονα σε αυξημένο φορολογικό έσοδο για το κράτος.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται τελικά και στο πλεόνασμα. Στον προϋπολογισμό του 2026 το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης είχε προβλεφθεί στα 7,211 δισ. ευρώ ή 2,8% του ΑΕΠ. Τον Απρίλιο η πρόβλεψη αναθεωρήθηκε ήδη στα 8,484 δισ. ευρώ ή 3,2%. Η τελευταία εκτίμηση το ανεβάζει πλέον στα 9,548 δισ. ευρώ ή 3,6% του ΑΕΠ.
Με άλλα λόγια, μέσα σε έναν χρόνο η εκτίμηση για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2026 αυξήθηκε κατά περίπου 2,34 δισ. ευρώ. Και τα ίδια τα στοιχεία του προϋπολογισμού δείχνουν ότι η υπεραπόδοση του ΦΠΑ αποτελεί έναν από τους βασικούς τροφοδότες των πρόσθετων φορολογικών εσόδων.
Τι θα συμβεί αν το 2027 επαναληφθεί το ίδιο έργο
Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι τι θα γράφει το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2028, εάν μέσα στο 2027 επαναληφθεί αυτό που συνέβη το 2026. Δηλαδή, εάν ο πληθωρισμός αποδειχθεί υψηλότερος από τις σημερινές προβλέψεις και οι εισπράξεις από ΦΠΑ ξεπεράσουν και πάλι τους στόχους.
Η βάση εκκίνησης είναι ήδη υψηλή. Για το 2027 το υπουργείο προβλέπει συνολικά φορολογικά έσοδα 77,878 δισ. ευρώ . Οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών τοποθετούνται στα 42,431 δισ. ευρώ και ο ΦΠΑ στα 30,581 δισ. ευρώ.
Εάν, καθαρά ως αριθμητική άσκηση, ο ΦΠΑ του 2027 υπεραπέδιδε κατά το ίδιο περίπου ποσοστό, τότε αντί για τα προβλεπόμενα 30,581 δισ. ευρώ οι εισπράξεις θα μπορούσαν να κινηθούν πάνω από τα 32 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 1,6 δισ. ευρώ υψηλότερα από τον σημερινό στόχο.
Κι όμως, αντί η μεγάλη και επαναλαμβανόμενη υπεραπόδοση των εσόδων να ανοίγει περισσότερο τη συζήτηση για μόνιμες μειώσεις φόρων, μεγάλο μέρος των παρεμβάσεων εξακολουθεί να παίρνει τη μορφή επιδομάτων, έκτακτων ενισχύσεων και στοχευμένων παροχών.
Τα επιδόματα ασφαλώς δίνουν μια ανάσα σε όσους τα έχουν ανάγκη. Δεν είναι όμως το ίδιο με μια μόνιμη ελάφρυνση που μένει στην τσέπη του πολίτη κάθε μήνα.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο: ο καταναλωτής πληρώνει περισσότερο ΦΠΑ επειδή όλα ακριβαίνουν, το κράτος μαζεύει περισσότερους φόρους και στη συνέχεια επιστρέφει ένα μέρος των χρημάτων με επιδόματα που υπολείπονται όμως όσων έχουν εισπραχθεί.
πηγη:Dnews



